Τετάρτη, 29 Φεβρουαρίου 2012

Προηγιασμένη Θ. Λειτουργία


Η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει εν χρήσει τρεις Θ. Λειτουργίες κατά τις οποίες τελεσιουργείται η Αναίμακτη Θυσία: την Θ. Λειτουργία Ιωάννου του Χρυσοστόμου, αυτήν του Μεγάλου Βασιλείου και εκείνην του Αγίου Ιακώβου. Αυτές χαρακτηρίζονται για το χαρμόσυνο και πανηγυρικό χαρακτήρα τους. Όμως αυτές δεν μπορούν να τελούνται τις καθημερινές της Μεγάλης Τεσσαρακοστής διότι δεν ακολουθούν το κατανυκτικό και πένθιμο χαρακτήρα του Τριωδίου. Για αυτόν τον λόγο η Εκκλησία μας καθιέρωσε την τέλεση της Θ. Λειτουργίας των Προηγιασμένων Δώρων, ώστε ο πιστός να έχει την ευκαιρία να μεταλαμβάνει των Αχράντων Μυστηρίων συχνά, γιατί αλλιώς  δεν ζει εν Χριστώ, ο οποίος είναι, όπως ο ίδιος είπε «βρώσις και πόσις», δηλαδή άρτος και οίνος.


Η Θ. Λειτουργία των Προηγιασμένων τελείται κατά την διάρκεια της Μ. Τεσσαρακοστής, όντας χαρακτηριστικό λειτουργικό στοιχείο της εποχής αυτής, αποκτώντας τη μοναδική ομορφιά και επισημότητα που την κάνει να είναι το πνευματικό αποκορύφωμα της περιόδου της Νηστείας. Ειδικότερα, τελείται κατά πάσαν Τετάρτη και Παρασκευή της Μ. Σαρακοστής , ημέρες με ιδιαίτερα πένθιμο χαρακτήρα, την Πέμπτη της Ε΄ εβδομάδας των Νηστειών δια τον Μέγα Κανόνα, την Μ. Δευτέρα, Μ. Τρίτη, Μ. Τετάρτη και σε όποια εορτή τύχει καθημερινή. 
Το όνομά της η Λειτουργία αυτή το πήρε από την ίδια την φύση της. Είναι στην κυριολεξία λειτουργία «προηγιασμένων δώρων». Δεν είναι δηλαδή λειτουργία όπως οι άλλες γνωστές, στις οποίες έχουμε προσφορά και καθαγιασμό τιμίων δώρων. Τα δώρα είναι καθαγιασμένα από άλλη λειτουργία, που τελέσθηκε σε άλλη ημέρα. Γι’ αυτό διαφοροποιείται από οποιαδήποτε άλλη εσπερινή ακολουθία, επειδή δίνεται η δυνατότητα στους πιστούς να συναντήσουν και να κοινωνήσουν τον αναστημένο Χριστό. Ο ιερέας κατά τη διάρκεια της πένθιμης αυτής περιόδου της Σαρακοστής κάθε Κυριακή (ή και Σάββατο) εξάγει τόσους αμνούς όσους θα χρειασθεί για τις Προηγιασμένες Λειτουργίες της εβδομάδας, από διαφορετικά πρόσφορα τον κάθε έναν, επιπρόσθετα με εκείνον τον αμνό που χρειάζεται για την Λειτουργία της Κυριακής. Θα τα ευλογήσει κατά την ώρα που πρέπει και αυτά θα μεταβληθούν σε Σώμα Χριστού. Κατόπιν θα εμβαπτισθούν στο ιερό Ποτήριο και θα φυλαχθούν σε ειδικό σκεύος - το ιερό Αρτοφόριο, για τις Λειτουργίες των Προηγιασμένων Δώρων που θα γίνουν εντός της εβδομάδας. Η διατήρηση Προηγιασμένων Δώρων αποτελεί παλιά λειτουργική πρακτική με την οποία η Εκκλησία εξασφάλιζε τη δυνατότητα της Θείας Κοινωνίας στους πιστούς, όταν οι εξωτερικές συνθήκες της ζωής, όπως για παράδειγμα οι διωγμοί, ή η απομόνωση των μοναχών και μάλιστα των ερημιτών, από τις μοναχικές αδελφότητες, δεν τους επέτρεπαν να συμμετάσχουν στις συνήθεις ευχαριστιακές συνάξεις.
Η ακολουθία αρχίζει με το Μεγάλο Εσπερινό και τοποθετεί την όλη τέλεση στην προοπτική της Βασιλείας που είναι η πνευματική προοπτική της Μ. Σαρακοστής και της νηστείας. Ψάλλονται οι ύμνοι που συναντάμε στον Εσπερινό και ταυτόχρονα γίνεται η προετοιμασία των Τιμίων Δώρων, που μεταφέρονται από την Αγία Τράπεζα στην Πρόθεση. Μία ειδική ιεροτελεστία συνοδεύει την ανάγνωση η οποία μας μεταφέρει στην εποχή όπου η Μεγ. Σαρακοστή ήταν ακόμα το κέντρο της προετοιμασίας των κατηχουμένων για το Βάπτισμα. Καθώς διαβάζεται το κείμενο από την Γένεση, μια αναμμένη λαμπάδα τοποθετείται πάνω στο Ευαγγέλιο στην Αγία Τράπεζα. Η λαμπάδα είναι το λειτουργικό σύμβολο του Χριστού που είναι το «Φως του κόσμου», και ο οποίος φωτίζει τα μονοπάτια της ζωής μας και θερμαίνει τις ψυχές μας. Η τοποθέτηση της λαμπάδας πάνω στο Ευαγγέλιο στη διάρκεια της ανάγνωσης της Παλαιάς Διαθήκης σημαίνει ότι όλες οι προφητείες εκπληρώθηκαν στο πρόσωπο του Κυρίου ο οποίος διάνοιξε το νου των μαθητών Του «…του συνιέναι τας γραφάς». Η Παλαιά Διαθήκη οδηγεί στο Χριστό όπως η Μεγάλη Σαρακοστή οδηγεί στο φώτισμα του Βαπτίσματος, το οποίο ενσωματώνοντας τους Κατηχουμένους στο Χριστό, θα ανοίξει το νου τους στην κατανόηση των ρημάτων Του.
Το δεύτερο μέρος αυτής της ακολουθίας αρχίζει με την Λειτουργία των Κατηχουμένων, δηλαδή ένα σύνολο από ευχές και αιτήσεις για κείνους που προετοιμάζονται για το Βάπτισμα, κατά την αρχαία παράδοση. Αφού αποχωρήσουν οι κατηχούμενοι, λέγονται δύο ευχές ώστε να εισαχθούμε στην Λειτουργία των Πιστών. Στην πρώτη ζητάμε την κάθαρση της ψυχής, του σώματος και των αισθήσεων. Στη δεύτερη ευχή των πιστών, μας προετοιμάζει για την Είσοδο των Αγιασμένων Δώρων.
Μετά από όλα αυτά ακολουθεί η ιερότερη στιγμή όλης της ακολουθίας, η μεταφορά των Άγιων Δώρων στην Αγία Τράπεζα. Αυτή η πράξη θυμίζει την Μεγάλη Είσοδο που έχουμε συνηθίσει όλοι μας από τις άλλες Λειτουργίες που τελούνται πιο συχνά. Αυτό που διαφέρει, όμως, είναι το λειτουργικό και πνευματικό νόημα που της δίδεται. Στη πλήρη Θεία Λειτουργία που γίνεται την Κυριακή έχουμε κατά τη στιγμή της Μεγάλης Εισόδου την πορεία της προσφοράς, η Εκκλησία δηλαδή προσφέρει τον εαυτό της, τη ζωή της, τη ζωή των μελών της και βέβαια όλης της δημιουργίας σαν θυσία στο Θεό, σαν αναπαράσταση της μιας μοναδικής και τελείας θυσίας του Χριστού. Στη Λειτουργία των Προηγιασμένων δεν υπάρχει προσφορά, δεν υπάρχει θυσία και ευχαριστία, δεν γίνεται καθαγιασμός, αλλά αποκαλύπτεται και εξαγγέλλεται το μυστήριο της Παρουσίας του Χριστού μέσα στην Εκκλησία. Αυτή η είσοδος απαιτεί, φυσικά, μια πολύ μεγάλη ιεροπρέπεια γιατί εκφράζει λειτουργικά τον ερχομό του Κυρίου και το τέλος μιας μακράς νηστείας, προσευχής και αναμονής, τον ερχομό της βοήθειας, της ανακούφισης και της χαράς που περιμένουμε. Γι’ αυτό και κατά τη Μεγάλη Είσοδο γονατίζουν οι πιστοί διότι τα εισοδευόμενα δεν είναι απλώς ψωμί και κρασί, αλλά είναι ήδη Σώμα και Αίμα Χριστού, καθώς ο ιερέας παραμένει σιωπηλός, με τον ‘αέρα’ να καλύπτει το κεφάλι του.
Αφού ολοκληρωθεί η ακολουθία, ο ιερέας μας προτρέπει να «προέλθωμεν εν ειρήνη». Η τελευταία -οπισθάμβωνος- ευχή ανακεφαλαιώνει το νόημα της ακολουθίας των Προηγιασμένων Δώρων και των σχέσεων της με τις προσπάθειές μας στην περίοδο των Νηστειών. Ο πνευματικός αγώνας της Μεγ. Τεσσαρακοστής είναι σκληρός, αλλά και η νίκη κατά των αοράτων εχθρών είναι βέβαια για τους αγωνιζόμενους τον καλόν αγώνα. Η ανάσταση δεν είναι μακριά.
Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται η προσπάθεια που γίνεται επαναφορά της Λειτουργίας των Προηγιασμένων Θείων Δώρων στον αρχικό χρόνο τελέσεως, δηλαδή τις εσπερινές ώρες, οπότε αποκτά και το ιδιαίτερο νόημά της η ολοήμερη νηστεία. Είτε επιτευχθεί αυτός ο σκοπός είτε όχι πρόθεση όλων μας είναι η σωστή κατανόηση και διδασκαλία του μηνύματός της, που είναι η συμμετοχή στα άχραντα μυστήρια μετά από άσκηση νηστείας όλης της ημέρας.
Η Ακολουθία αυτή είναι μία από τις ωραιότερες και κατανυκτικότερες ακολουθίες της Εκκλησίας μας. Αλλά συγχρόνως και μία διαρκής πρόσκληση για την συχνή κοινωνία των αχράντων μυστηρίων. Μια φωνή από τα βάθη των αιώνων, από την αρχαία ζωντανή παράδοση της Εκκλησίας. Φωνή που λέγει ότι ο πιστός δεν μπορεί να ζει την ζωή του Χριστού αν δεν ανανεώνει διαρκώς την ένωσή του με την πηγή της ζωής, το σώμα και το αίμα του Κυρίου. Ο πιστός πρέπει να επιδιώκει καθημερινά την χριστοποίηση της ζωής του, όπου μας καλεί ιδιαίτερα σε αυτή τη περίοδο η Αγία μας Εκκλησία. Γιατί, όπως λέει και ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς εκείνο που μας σώζει τελικά δεν είναι ούτε η νηστεία, ούτε η ψαλμωδία, ούτε η προσευχή από μόνα τους, αλλά «το εκτελείσθαι ταύτα ενώπιον του Θεού…όταν ατενώς η διάνοια εκείνω ενορά, και διά το προς αυτόν οράν και νηστεύη  και ψάλλη και προσεύχηται». Αυτή δε η «ατενής ενόραση» του Θεού και η καύση της καρδιάς εν όψει της βραδινής Θείας Κοινωνίας είναι ακριβώς αυτό που δίνει ένα εντελώς διαφορετικό νόημα σε κάθε στιγμή της ημέρας που πέρασε και αποτελεί την σταυραναστάσιμη εκείνη γεύση που αυξάνει τον πόθο των χριστιανών για περισσότερη χριστοποίηση της ζωής τους.