Πέμπτη, 27 Δεκεμβρίου 2012

Ποιον φόβο σου αγάπησες πάλι;




Της Γιώτας Κωνσταντινίδου

Θεσσαλονίκη. Μεσημέρι. Κρύο. Όλοι βιαστικοί. Βιαστικοί να αποφύγουν την ουσία, τα εναγώνια ερωτήματα; Τώρα εγώ βρήκα τη μετουσίωση, φορτωμένη βιβλία να κάνω ιδιαίτερα ενισχύοντας την κατακριτέα μηχανιστική μάθηση;
Ανεβαίνω στο λεωφορείο. Χαμένη στις σκέψεις μου, στα αυτιά ο Bob να μου ταράζει το είναι.
 Ξαφνικά, μια κυρία γύρω στα 40, χαϊδεύει τα μαλλιά του μικρού κοριτσιού που κάθεται στη μπροστινή θέση. Αρχίζει και μιλάει. Μονολογεί. Ακατάπαυστα. ’’ Αγαπώ τα κοριτσάκια’’, ‘’Είναι καλά, όταν μεγαλώσουν σου κάνουν και δουλειές. Καλή παρέα για τα γεράματα.’’ Μου’ ρχεται στο νου η φόνισσα του Παπαδιαμάντη.
Συνεχίζει με  ερωτήσεις προς τη μητέρα του κοριτσιού. ‘’Έχετε κι άλλα;’’ ‘’Δύσκολα χρόνια’’.’’ Κι εγώ θέλω να κάνω παιδιά.’’ Δεν φαίνεται να την ενδιαφέρουν οι μονολεκτικές απαντήσεις της μητέρας. Θέλει απλά να κάποιος να την ακούσει.
‘’Είμαι 39, προλαβαίνω να κάνω ένα παιδί. Έχω σχέση.’’. Οι γύρω χαμογελούν συνωμοτικά. Ανάμεσά τους κι γω την αποδομώ ολοκληρωτικά. Πώς τολμάει, άλλωστε, να σπάει την επιβαλλόμενη σιωπή του βουβού, αδιάφορου πλήθους των λεωφορείων; Είναι διαφορετική, ίσως φορτική αλλά σίγουρα όχι αποδεκτή.
Κανείς δεν έχει ανάγκη μια προσωπική ιστορία, την ιστορία του διπλανού, πόσο μάλλον να συμπάσχει. Η ιστορία θα τελειώσει όταν κατέβει από το λεωφορείο και όλα θα γίνουν όπως πριν. Μουντά και όχι κωμικοτραγικά. Ή μήπως ανθρώπινα;
Με φόβισε, δεν θα ήθελα να ήμουν στη ηλικία της και να ένιωθα τόσο σπαραχτικά μόνη. Παίρνω τηλ ένα φίλο μου. Η απάντησή του κλείνει τη δική μου ιστορία. ‘’Ποιον φόβο σου αγάπησες πάλι;’’